Ριζική Νεφρεκτομή

Γενικα

Με τον όρο Ριζική Νεφρεκτομή υποδηλώνεται η αφαίρεση ολοκλήρου του Νεφρού με το περιφερικό λίπος. Εκτελείται στις περιπτώσεις εκείνες που δεν μπορεί να παραμείνει ένας λειτουργικός νεφρός μετά από επέμβαση μερικής νεφρεκτομής. Συστήνεται στις περιπτώσεις εκείνες των όγκων που είναι μεγάλοι σε μέγεθος (>4 εκατοστά) αλλά δεν έχουν επεκταθεί στους περιβάλλοντες ιστούς . Στους μικρούς όγκους κάτω των 4 εκατοστών επέμβαση εκλογής όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό είναι η μερική Νεφρεκτομή. Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να επιβιώσουν και με έναν νεφρό.

Η Επεμβαση

Η επέμβαση χωρίζεται πρακτικά σε δυο στάδια, στο πρώτο ο χειρουργός παρασκευάζει τον νεφρό με το περιβάλλων λίπος έξω από την περιτονία του Gerotta, στο δεύτερο στάδιο ο παρασκευάζει και απολινώνει την νεφρική αρτηρία, φλέβα και τον Ουρητήρα από τον νεφρό, τέλος απομακρύνεται ο νεφρός.

Το ριζική Νεφρεκτομή μπορεί να εκτελεστεί είτε ανοιχτά, είτε λαπαροσκοπικά. Στην δεύτερη περίπτωση ο χειρουργός τοποθετεί μικρούς σωλήνες στην κοιλιά του ασθενή μέσω των οποίων τοποθετεί την κάμερα προκειμένου να έχει μεγενθυμένη εικόνα του πεδίου ενώ παράλληλα φουσκώνει με αέρα την κοιλιά του ασθενή (πνευμοπεριτόναιο) επίσης μέσα από τους σωλήνες αυτούς εισέρχονται τα απαραίτητα εργαλεία για να κινητοποιήσει τον νεφρό.

Η λαπαροσκοπική προσέγγιση συνήθως οδηγεί σε ταχύτερη ανάρρωση και αποκατάσταση του ασθενή και μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί με την βοήθεια του ρομπότ.
Από Ογκολογικής άποψης δεν υπάρχει υπέροχη κάποιας μεθόδου έναντι των υπολοίπων.

Συνήθως ο ασθενής θα πάρει εξιτήριο 2 – 5 ημέρες μετά το χειρουργείο, στην περίπτωση του ανοιχτού χειρουργείου μπορεί να υπάρχει πόνος στην περιοχή της τομής για λίγες εβδομάδες.

Μετεγχειρητικά

Μετεγχειρητικά ο ασθενής θα πρέπει να :

  • Πίνει 1-2 λίτρα νερό ημερησίως.
  • Αποφύγει την άρση βάρους.
  • Αποφύγει ρητά την έντονη σωματική άσκηση.
  • Να συζητά με τον ιατρό του οποιαδήποτε τροποποίηση στην φαρμακευτική αγωγή του.
  • Μετά το χειρουργείο θα πρέπει ο ασθενής να βρίσκεται σε τακτική παρακολούθηση, η οποία θα εξαρτηθεί από το στάδιο της νόσου. Η παρακολούθηση διαρκεί τουλάχιστον 5 χρόνια και περιλαμβάνει αξονικές τομογραφίες, υπερήχους, ακτινογραφίες θώρακα και εξετάσεις αίματος.